09 / 10 / 2026

Ο Αμβρακικός πεθαίνει ενώ η κυβέρνηση σχεδιάζει την εξάπλωση των ιχθυοκαλλιεργειών

Μια βιομηχανία που καταναλώνει άγρια ψάρια για να ταΐσει εκτρεφόμενα, αφήνει πίσω της εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις και μεταφέρει το περιβαλλοντικό κόστος στις τοπικές κοινωνίες ετοιμάζεται να επεκταθεί στον Αμβρακικό. Η έρευνα του The Outlaw Ocean Project, που δημοσιεύουν σήμερα το Solomon, οι New York Times, ο The Economist και η Le Monde, ακολουθεί την αλυσίδα από τον Αμβρακικό μέχρι τις θάλασσες του Παγκόσμιου Νότου και αποκαλύπτει πώς, την ώρα που το οικοσύστημα του κόλπου πιέζεται ήδη στα όριά του, η ελληνική κυβέρνηση προωθεί σχέδια για την περαιτέρω ανάπτυξη της ιχθυοκαλλιέργειας.

Credits

Έρευνα:

Tags:

O Αμβρακικός Κόλπος στη δυτική Ελλάδα μοιάζει σήμερα με βιομηχανικό νεκροταφείο.

Στη βόρεια ακτή του κόλπου, παραλίες γεμίζουν με κομμάτια φελιζόλ. Στα θολά νερά του, η έλλειψη οξυγόνου απειλεί τη θαλάσσια ζωή. Και στα δίχτυα των ντόπιων ψαράδων, τα ψάρια είναι όλο και λιγότερα.

Ο Αμβρακικός, χαρακτηρισμένος στα χαρτιά ως εθνικό πάρκο, προστατευόμενος υγρότοπος και θαλάσσια προστατευόμενη περιοχή, θα έπρεπε να αποτελεί καταφύγιο για τη θαλάσσια ζωή. Όμως, ρινοδέλφινα που απειλούνται με εξαφάνιση, καρέτα-καρέτα και αργυροπελεκάνοι μοιράζονται τα ίδια νερά με 19 ενεργές και 11 εγκαταλελειμμένες μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας.

Και παρά την περιβαλλοντική πίεση που ήδη δέχεται η περιοχή, η ελληνική κυβέρνηση σχεδιάζει την περαιτέρω επέκταση της βιομηχανίας.

Η Ελλάδα είναι η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα εκτρεφόμενων ψαριών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράγει περισσότερους από 120.000 τόνους ψαριών τον χρόνο, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων εξάγεται. Η ανάπτυξη της ιχθυοκαλλιέργειας αποτελεί βασικό κομμάτι της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη «γαλάζια οικονομία».

Στον Αμβρακικό, όμως, αυτή η ανάπτυξη συναντά ένα κρίσιμο όριο: τις αντοχές ενός ήδη επιβαρυμένου οικοσυστήματος.

Κλωβοί σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων από την ακτογραμμή. Παρά την εγγύτητά τους με τις ακτές, η λειτουργία των μονάδων αυτών παραμένει άγνωστη σε πολίτες. Φωτογραφία: Ryan Green / The Outlaw Ocean Project
Ψαράς κρατά πλακάτ διαμαρτυρίας για την έλλειψη οξυγόνου στα νερά του Αμβρακικού Κόλπου. Σύμφωνα με τους κατοίκους της περιοχής, η ρύπανση από τις ιχθυοκαλλιέργειες, τη γεωργία και τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις οδηγεί τον κόλπο σε περιβαλλοντική υποβάθμιση. Φωτογραφία: Ryan Green / The Outlaw Ocean Project

«Είναι σαν να έχουμε έναν ευάλωτο ασθενή με καρκίνο και να τον αφήνουμε να συνεχίζει να καπνίζει», λέει η Ρωξάνη Ναασάν-Αγά Σπυριδοπούλου, θαλάσσια επιστήμονας από τη Θεσσαλονίκη, η οποία αντιτίθεται στα σχέδια για τον διπλασιασμό της παραγωγής των ιχθυοκαλλιεργειών στον Αμβρακικό. 

«Πρέπει να γίνει κάτι για τον Αμβρακικό, γιατί πεθαίνει», λέει.

Η επέκταση που αποφασίστηκε χωρίς τις τοπικές κοινωνίες

Παρότι η βιομηχανική υδατοκαλλιέργεια έχει παρουσία στις ελληνικές θάλασσες από τη δεκαετία του 1980, τα σχέδια για τη μαζική επέκτασή της —μέσω των Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών, των γνωστών ΠΟΑΥ— δεν τέθηκαν ποτέ σε δημόσια συζήτηση ούτε αποφασίστηκαν από τις τοπικές κοινωνίες που θα καλούνταν να συνυπάρξουν με αυτές. Αντίθετα, εγκρίθηκαν εσπευσμένα από οκτώ υπουργούς, μέσα στη νύχτα, την ώρα που η Βουλή ψήφιζε για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, στο αποκορύφωμα της κρίσης της Ευρωζώνης το 2011.

Τον Νοέμβριο του 2011, ενώ η Ελλάδα βρισκόταν αντιμέτωπη με μαζικές διαδηλώσεις για τα μέτρα λιτότητας και μια οικονομική κρίση που βάθαινε, μέλη του υπουργικού συμβουλίου —μεταξύ αυτών και ο τότε υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού, Παύλος Γερουλάνος, η οικογένεια του οποίου είχε στην ιδιοκτησία της την παλαιότερη βιομηχανική μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας της χώρας— υπέγραφαν την απόφαση για τον 24πλασιασμό των περιοχών ιχθυοκαλλιέργειας.

Μέχρι το ξημέρωμα, 60.000 στρέμματα παράκτιας έκτασης είχαν δεσμευτεί για πολυεθνικές εταιρείες, σε μια απέλπιδα προσπάθεια προσέλκυσης ξένων επενδύσεων. Την επόμενη κιόλας ημέρα, ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου παραιτήθηκε και η κυβέρνησή του κατέρρευσε. Οι ΠΟΑΥ, όμως, παρέμειναν. Και τα επόμενα 15 χρόνια άρχισαν να εξαπλώνονται σταδιακά σε ολόκληρη τη χώρα, σε περιοχές που μέχρι τότε παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό ανέγγιχτες.

Το πραγματικό κόστος του «γαλάζιου» μοντέλου ανάπτυξης

Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα που επιδιώκει την αύξηση της παραγωγής εκτρεφόμενων ψαριών. 

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η υδατοκαλλιέργεια αποτελεί πλέον μια βιομηχανία αξίας 280 δισ. ευρώ και τον ταχύτερα αναπτυσσόμενο κλάδο της βιομηχανίας τροφίμων. Σήμερα, ο πλανήτης καταναλώνει διπλάσια ποσότητα θαλασσινών σε σύγκριση με προηγούμενες δεκαετίες, ενώ περισσότερα από τα μισά θαλασσινά που καταναλώνονται παγκοσμίως προέρχονται πλέον από την υδατοκαλλιέργεια και όχι από την αλιεία.

Η ανάπτυξη αυτή, ωστόσο, έχει και ένα κόστος που συχνά παραμένει αόρατο. 

Οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις της βιομηχανικής ιχθυοκαλλιέργειας επιβαρύνουν κυρίως τις φτωχότερες χώρες όπου παράγονται και επεξεργάζονται οι πρώτες ύλες για τις ζωοτροφές — χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τους καταναλωτές που αγοράζουν τα ακριβά ψάρια εκτροφής.

Πολλά κόστη παραμένουν σχεδόν αόρατα, κρυμμένα μέσα στις ίδιες τις ζωοτροφές που απαιτούνται για τα ψάρια εκτροφής. Τα δημοφιλέστερα είδη εκτρεφόμενων θαλασσινών στον κόσμο —σολομός, γαρίδα, πέστροφα, λαβράκι και τσιπούρα— τρέφονται με ιχθυάλευρο, μια πλούσια σε πρωτεΐνη σκόνη που παρασκευάζεται από τα ίδια άγρια ψάρια που, υποτίθεται, η ιχθυοκαλλιέργεια έρχεται να προστατεύσει. Στην πράξη, όμως, η ζήτηση για ιχθυάλευρο εντείνει την αλιεία και επιταχύνει την εξάντληση των θαλασσών.

Για πέντε χρόνια, ο αμερικανικός δημοσιογραφικός οργανισμός The Outlaw Ocean Project πραγματοποίησε μια εκτενή έρευνα για την παγκόσμια βιομηχανία ιχθυαλεύρου, τα ευρήματα της οποίας δημοσιεύονται σήμερα από συνεργαζόμενα Μέσα, μεταξύ των οποίων το Solomon, οι The New York Times (ΗΠΑ), η El País (Ισπανία), ο The Economist (Ηνωμένο Βασίλειο), η Le Monde (Γαλλία) και το CBC (Καναδάς).

Η έρευνα αποκάλυψε μια αλυσίδα επιπτώσεων που συνδέει τη βιομηχανία των υδατοκαλλιεργειών με την καταναγκαστική εργασία, τη ρύπανση και την καταστροφή των μέσων διαβίωσης τοπικών αλιευτικών κοινοτήτων — από τη Σενεγάλη και το Περού έως την Ελλάδα.

[Δες τον διαδραστικό χάρτη των ιχθυοκαλλιεργειών στην Ελλάδα, ο οποίος συγκεντρώνει στοιχεία για τις ενεργές και εγκαταλελειμμένες μονάδες εκτροφής ψαριών, τις προστατευόμενες θαλάσσιες περιοχές, καθώς και τις περιοχές που έχουν προσδιοριστεί για την ανάπτυξη της ιχθυοκαλλιέργειας.]

Ο Αμβρακικός σε ασφυξία

Ο Αμβρακικός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των επιπτώσεων που μπορεί να έχει η βιομηχανική υδατοκαλλιέργεια στις ίδιες τις κοινότητες όπου αναπτύσσεται.

Χάρτης: The Outlaw Ocean Project

Ο κόλπος είναι ένα ημι-κλειστό οικοσύστημα, που μοιάζει με φιόρδ και συνδέεται με το Ιόνιο Πέλαγος μέσω ενός στενού περάσματος, πλάτους μόλις 600 μέτρων. Χωρίς τη δυνατότητα να «αναπνέει» όπως οι ανοιχτές θάλασσες, απαιτούνται χρόνια για να ανανεωθούν πλήρως τα νερά του. Πρόκειται για μια λεκάνη με αργή – σχεδόν στάσιμη – ροή, όπου τα απόβλητα των ιχθυοκαλλιεργειών — αδιάβρωτη τροφή, περιττώματα ψαριών ή καρκινογόνες χημικές ουσίες — καταλήγουν στον πυθμένα και παραμένουν εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Σε συνδυασμό με τη ρύπανση από βιομηχανικές δραστηριότητες και την απορροή αγροτικών αποβλήτων από δύο παραποτάμους, οι ιχθυοκαλλιέργειες επιταχύνουν τον ευτροφισμό: μια διαδικασία που μπορεί να μειώσει δραματικά το διαθέσιμο οξυγόνο στο νερό.

Το αποτέλεσμα είναι μια υποβρύχια έρημος.

Οι περιοχές γύρω από τα κλουβιά, που κάποτε φιλοξενούσαν λειμώνες θαλάσσιας χλόης, σημαντικούς για την απορρόφηση άνθρακα, έχουν μετατραπεί, σύμφωνα με δύτες που γνωρίζουν την περιοχή, σε μια βιολογική «ουδέτερη ζώνη».

Ελάχιστη ορατότητα. Θολό καφέ νερό. Ένα λευκό βακτηριακό κάλυμμα στον πυθμένα.

Ανάμεσα στον βυθό, όπου δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου οξυγόνο, και τα ολοένα θερμότερα επιφανειακά νερά, η θαλάσσια ζωή ασφυκτιά σε μια ολοένα στενότερη ζώνη επιβίωσης.

Για τους ψαράδες που έχουν περάσει τη ζωή τους ρίχνοντας δίχτυα, η ανοξία —η έλλειψη οξυγόνου στον βυθό που καθιστά αδύνατη τη ζωή— μεταφράζεται απλώς σε ένα πράγμα: το τέλος. Πριν από πενήντα χρόνια, υπήρχαν πάνω από 5.000 ψαράδες στον Αμβρακικό. Σήμερα έχουν απομείνει μόλις μερικές εκατοντάδες, σύμφωνα με τον Παύλο Χαραλάμπους, ψαρά τέταρτης γενιάς και εκπρόσωπο Αλιευτικών Συλλόγων Αμβρακικού Κόλπου. 

«Δεν υπάρχουν ψάρια στον κόλπο, δεν υπάρχουν ψάρια στη λιμνοθάλασσα, δεν υπάρχουν καθόλου ψάρια», λέει ο Χαραλάμπους. Από τότε που έπιασε το πρώτο του ψάρι, σε ηλικία έξι ετών, ο Χαραλάμπους έχει δει τον κόλπο να χάνει σταδιακά τη ζωή του, καθώς τα ιχθυοτροφεία επεκτείνονται στις ακτές του. «Η θάλασσα είναι κατά 70-80% νεκρή», λέει πάνω από το βουητό του κινητήρα του σκάφους του — ένα σκάφος που μοιάζει μικροσκοπικό μπροστά στις εγκαταστάσεις ιχθυοκαλλιέργειας, που φτάνουν τα 300 μέτρα σε μήκος.

Στη δεκαετία του 1960, ένας ψαράς μπορούσε να πιάσει περισσότερα από 136 κιλά γαρίδες σε μία ημέρα. Σήμερα, οι ντόπιοι ψαράδες λένε ότι είναι τυχεροί αν πιάσουν πέντε. Ο μπακαλιάρος έχει εξαφανιστεί και η αλιεία οστρακοειδών έχει καταρρεύσει. Η μνήμη τους διατηρείται πλέον μόνο σε ξεθωριασμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες στους τοίχους των ταβερνών. Φέτος, ο Χαραλάμπους δεν έχει δει ούτε ένα κοκκινόψαρο, ένα είδος στο οποίο κάποτε μπορούσε να βασίζεται για το εισόδημά του.

Ψαράς ατενίζει τη θάλασσα από τη βάρκα του, κοντά στο Μενίδι (2026). Οι κάτοικοι της περιοχής λένε ότι η ποιότητα των νερών του Αμβρακικού Κόλπου έχει υποβαθμιστεί αισθητά τις τελευταίες δεκαετίες. Φωτογραφία: Ryan Green / The Outlaw Ocean Project

Για μία από τις φτωχότερες περιοχές της Ελλάδας —όπου ο μέσος μισθός είναι λιγότερος από τον μισό του αντίστοιχου μισθού σε ολόκληρη την ΕΕ— η συρρίκνωση των αλιευτικών αποθεμάτων έχει βαρύ οικονομικό τίμημα. Για τους βιομηχανικούς κολοσσούς, όμως, των οποίων οι κλωβοί με τους χαρακτηριστικούς μαύρους δακτυλίους κατακλύζουν την επιφάνεια του Κόλπου, η περιοχή δεν είναι παρά ένα εργοστάσιο.

Με εξαγωγές που αγγίζουν τα 625 εκατ. ευρώ, η Ελλάδα στέλνει κάθε χρόνο το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της σε λαβράκι και τσιπούρα στα τραπέζια της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας. Το περιβαλλοντικό κόστος, όμως, παραμένει στις ελληνικές ακτές, ενώ τα κέρδη καταλήγουν αλλού, μέσα από έναν διαρκή κύκλο ξένων επενδυτικών κεφαλαίων, που στηρίζονται σε κρατικά επενδυτικά ταμεία του Άμπου Ντάμπι, κεφάλαια από το Λουξεμβούργο και καναδικούς κολοσσούς της βιομηχανίας θαλασσινών.

Οι «μαγνητικοί» κλωβοί σκοτώνουν τα άγρια ψάρια

Η οικολογική πίεση επιτείνεται από αυτό που οι ερευνητές περιγράφουν ως «φαινόμενο του μαγνήτη».

Τα τελευταία άγρια ψάρια που έχουν απομείνει προσελκύονται από τα φώτα των κλωβών που αναβοσβήνουν αδιάκοπα και από τη συνεχή παροχή ιχθυαλεύρου, πλούσιου σε πρωτεΐνη. Καθώς οι περισσότερες μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας είναι συγκεντρωμένες στο στενό στόμιο του Κόλπου, τα κοπάδια των άγριων ψαριών παγιδεύονται στους κλωβούς προτού προλάβουν να φτάσουν στις φυσικές λιμνοθάλασσες αναπαραγωγής, βαθύτερα στον Κόλπο.

Οι λιμνοθάλασσες αυτές αποτελούν εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια πεδίο εποχικής αλιείας, με παραδοσιακές, ήπιες παγίδες —ένα σύστημα που επινόησαν και εξέλιξαν οι Ρωμαίοι. Σήμερα, η βιομηχανική ιχθυοκαλλιέργεια παρεμβαίνει σε αυτόν τον φυσικό κύκλο και τον διαταράσσει.

«Αν τα ψάρια δεν μπουν στον Αμβρακικό, δεν θα μπουν ούτε στη λιμνοθάλασσα», λέει ο Ανδρέας Κοτσαρίνης, ισορροπώντας στην άκρη ενός μισοάδειου παραδοσιακού ιχθυοφράχτη, με ένα τσιγάρο να καίει στο χέρι του.

Ψαράς στις λιμνοθάλασσες ελέγχει τους ιχθυοκλωβούς του. Η παραδοσιακή αυτή μέθοδος εκτατικής εκτροφής ψαριών δυσκολεύεται πλέον να ανταγωνιστεί τις βιομηχανικής κλίμακας ιχθυοκαλλιέργειες. Φωτογραφία: Ryan Green / The Outlaw Ocean Project

Ως ένας από τους μόλις 23 ψαράδες που έχουν απομείνει στις λιμνοθάλασσες, εκτιμά ότι το πανάρχαιο επάγγελμα, που στήριξε γενιές ανθρώπων από τη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή εποχή μέχρι την οθωμανική κυριαρχία και τη σύγχρονη Ελλάδα, σύντομα θα χαθεί. «Οι νέοι δεν βλέπουν ότι μπορούν να βγάλουν το μεροκάματό τους», λέει ο Κοτσαρίνης, επισημαίνοντας ότι η μέση ηλικία των ψαράδων πλέον αγγίζει τα 60. «Δεν έχει λεφτά. Δεν αξίζει τον κόπο».

Τι τρώνε τα ψάρια που τρώμε;

Ως άνθρωπος που γνωρίζει όσο λίγοι τον κόλπο και τη θαλάσσια ζωή του, ο Χαραλάμπους αντιμετωπίζει με καχυποψία τα ψάρια που φεύγουν από τους «μαγνητικούς» κλωβούς για τις διεθνείς αγορές. Δείχνοντας τους ασφυκτικά γεμάτους κλωβούς, όπου το νερό έχει πάρει άλλο χρώμα από τα περιττώματα, μιλά για τα ισχυρά χημικά που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των βακτηριακών λοιμώξεων.

«Τα βυθίζουν σε ένα λουτρό με φορμαλδεΰδη», λέει, περιγράφοντας τη θεραπεία των άρρωστων ψαριών. «Τα βακτήρια πεθαίνουν, αλλά τα βράγχια των ψαριών μαυρίζουν».

Η φορμαλδεΰδη είναι καρκινογόνος ουσία. Η νομοθεσία της ΕΕ επιτρέπει τη χρήση της ως βιοκτόνου για ζωντανά ψάρια, αλλά απαγορεύει τη χρήση της ως συντηρητικού μετά τη συγκομιδή, λόγω των κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία.

Για τους πελάτες ενός γαλλικού μπιστρό ή τους καταναλωτές ενός ισπανικού σούπερ μάρκετ, το ενδεχόμενο κατανάλωσης μιας γνωστής καρκινογόνου ουσίας αποτελεί μέρος του αθέατου κόστους της «Γαλάζιας Οικονομίας» — ενός συμβιβασμού ανάμεσα στα πρότυπα ασφάλειας των τροφίμων και την αποδοτικότητα της βιομηχανικής παραγωγής. Και καθώς τίποτα δεν εμποδίζει την εξάπλωσή τους, τα χημικά διαχέονται ελεύθερα στο ευρύτερο θαλάσσιο οικοσύστημα.

Την ώρα που η ευρωπαϊκή νομοθεσία επιβάλλει η ποιότητα των υδάτων του Αμβρακικού να βελτιωθεί από «κακή» σε «καλή» έως το 2027, η ελληνική κυβέρνηση κινείται αυτή τη στιγμή προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση: προωθεί την επέκταση των θεσμοθετημένων περιοχών ιχθυοκαλλιέργειας κατά 110%, με στόχο να υπερδιπλασιάσει την ετήσια παραγωγή της περιοχής, ξεπερνώντας τους 8.000 τόνους.

Κι όμως, την ώρα που η κυβέρνηση σχεδιάζει να αυξήσει τον αριθμό των ιχθυοτροφείων, αυξάνονται και οι εγκαταστάσεις που εγκαταλείπονται.

Σήμερα, σύμφωνα με δημοσιεύματα, το ένα τρίτο των μονάδων της περιοχής έχει εγκαταλειφθεί και παραμένει ανενεργό. Δίχτυα που έχουν μείνει πίσω παγιδεύουν μπλε καβούρια, ενώ τα συνθετικά σχοινιά απελευθερώνουν μικροπλαστικά στη θάλασσα. Στις ακτές, παλιοί κλωβοί από πολυστυρένιο παραμένουν εκτεθειμένοι στον ήλιο και σταδιακά διαλύονται.

Εδώ, τα κουφάρια των ιχθυοτροφείων, οι σκουριασμένες φορτηγίδες και οι εγκαταστάσεις που έχουν απομείνει στην ακτή σχηματίζουν έναν τεράστιο όγκο από σκουπίδια και μπάζα. Από ψηλά, η ακτογραμμή μοιάζει να χάνεται μέσα σε ένα μωσαϊκό από θολά νερά, απορρίμματα και εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις.

Εγκαταλελειμμένη μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας (2026). Σε ολόκληρη τη χώρα, δεκάδες μονάδες έχουν εγκαταλειφθεί, προκαλώντας περιβαλλοντική ζημιά στα γύρω οικοσυστήματα. Φωτογραφία: Ryan Green / The Outlaw Ocean Project

«Μπορείτε να δείτε κάθε είδους περιβαλλοντικές φρικαλεότητες στον Αμβρακικό», λέει ο Αναστάσιος Φιλιππίδης, εκτελεστικός διευθυντής της ελληνικής περιβαλλοντικής ΜΚΟ OZON, η οποία τον Οκτώβριο του 2024 ανέσυρε πάνω από 120 τόνους θαλάσσιων απορριμμάτων από ένα και μόνο σημείο του κόλπου.

Σε ολόκληρη τη χώρα υπάρχουν περισσότερες από 140 εγκαταλελειμμένες μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας, οι ιδιοκτήτες των οποίων είτε χρεοκόπησαν είτε απλώς τις εγκατέλειψαν. Η OZON, μαζί με τη συνεργαζόμενη οργάνωση Healthy Seas, απομακρύνει εκατοντάδες τόνους απορριμμάτων, βρίσκοντας μπροστά της και ένα γνώριμο ελληνικό πρόβλημα: τη γραφειοκρατική αδράνεια που μπορεί να χρειαστεί χρόνια ακόμη και για να δοθεί η άδεια καθαρισμού ενός επιβαρυμένου όρμου.

«Δεν είναι ότι το κράτος έχασε τον έλεγχο της διαδικασίας. Το κράτος δεν θέλει να την ελέγξει», λέει ο Φιλιππίδης, εξηγώντας ότι οι τράπεζες που παίρνουν στην κατοχή τους τις χρεοκοπημένες επιχειρήσεις μεταθέτουν η μία στην άλλη —και τελικά στο κράτος— την ευθύνη για τον καθαρισμό. «Το κράτος είναι εντελώς ανίκανο να αντιμετωπίσει το πρόβλημα».

Καθώς οι πλωτές εγκαταστάσεις και οι σημαδούρες των ιχθυοτροφείων φθείρονται, οι κόκκοι διογκωμένης πολυστερίνης που βρίσκονται στο εσωτερικό τους απελευθερώνονται στη θάλασσα και παρασύρονται από τα ρεύματα. Στην επιφάνειά τους σχηματίζεται ένα στρώμα πράσινης βιομεμβράνης, με αποτέλεσμα να λειτουργούν σαν σφουγγάρι και να συγκεντρώνουν εύκολα παθογόνους μικροοργανισμούς. Ο Φιλιππίδης λέει ότι έχει δει ψάρια να ανεβαίνουν στην επιφάνεια και να καταπίνουν αυτούς τους κόκκους, οι οποίοι μοιάζουν με τα σφαιρίδια της τροφής τους.

Κόκκοι διογκωμένης πολυστερίνης (φελιζόλ) αποκαλύπτονται από φθαρμένες υποδομές ιχθυοκαλλιέργειας. Οι κόκκοι αυτοί καταλήγουν στις παραλίες όλης της χώρας και αντιστοιχούν περίπου στο ένα τρίτο των απορριμμάτων που εντοπίζονται στις ελληνικές ακτές. Φωτογραφία: Ryan Green / The Outlaw Ocean Project

«Αυτό το φελιζόλ έχει χαθεί για πάντα», λέει. Οι κόκκοι διασκορπίζονται στη θάλασσα, είναι σχεδόν αδύνατο να περισυλλεχθούν και χρειάζονται περίπου 500 χρόνια για να διαλυθούν. Στους εγκαταλελειμμένους όρμους κοντά στη Μενίδι, ένα ψαροχώρι όπου σχεδόν οι μισοί από τους περίπου δώδεκα ψαράδες που έχουν απομείνει έχουν το ίδιο επίθετο, αρκεί να πάρεις μια χούφτα άμμο για να γεμίσει το χέρι σου με μικρά κομμάτια φελιζόλ.

«Μπορούν να ταξιδέψουν σε μεγάλες αποστάσεις και να διασκορπιστούν παντού», λέει ο Φιλιππίδης. Η έρευνά του έχει δείξει ότι περισσότερο από το ένα τρίτο των απορριμμάτων που εντοπίζονται στις ελληνικές ακτές αποτελείται από κόκκους διογκωμένης πολυστερίνης, μεγάλο μέρος των οποίων προέρχεται από τις ιχθυοκαλλιέργειες.

«Οι ιχθυοκαλλιέργειες απειλούν το οικοσύστημα»

Τον Νοέμβριο του 2025, σχεδόν 40 επιστήμονες και μέλη της τοπικής κοινωνίας υπέγραψαν επιστολή κατά της επέκτασης των ιχθυοκαλλιεργειών στον Αμβρακικό.

Στην επιστολή συμμετείχαν διεθνείς οργανώσεις όπως η Greenpeace και η WWF, καθώς και ερευνητές που μελετούν την οικολογία του κόλπου.

«Ολόκληρος ο Αμβρακικός Κόλπος θεωρείται σημαντικός για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας», ανέφεραν, επισημαίνοντας ότι η επέκταση των ιχθυοκαλλιεργειών θα επιβαρύνει περαιτέρω ένα ήδη ευάλωτο οικοσύστημα.

Για την περιβαλλοντική οργάνωση iSea, που συντονίζει την Amvrakikos Alliance, μια ομάδα τοπικών θαλάσσιων βιολόγων και ακτιβιστών, η επέκταση αποτελεί άμεση απειλή για την άγρια ζωή.

«Οι ιχθυοκαλλιέργειες απειλούν το οικοσύστημα, και η επέκτασή τους θα επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την κατάσταση», λέει η Μαρτίνα Τσιπριάν, Ιταλίδα υπεύθυνη ερευνητικού προγράμματος, η οποία μελετά την ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια εδώ και σχεδόν τέσσερα χρόνια.

«Η συμπεριφορά των μεγάλων θαλάσσιων ζώων θα επηρεαστεί. Τα λιβάδια θαλάσσιας χλόης κάτω από τους κλωβούς θα χαθούν. Όλα τα είδη που ζουν στον πυθμένα και βρίσκονται κοντά στις μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας είναι πιθανό να υποστούν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις», λέει, αναφερόμενη στα ζώα, τα φυτά και τους μικροοργανισμούς που ζουν στον βυθό. «Με δεδομένη την ευαισθησία του οικοσυστήματος του Αμβρακικού Κόλπου, η ιχθυοκαλλιέργεια δεν αποτελεί βιώσιμη πρακτική».

Ο κατάλογος των περιβαλλοντικών απειλών που καταγράφει η Τσιπριάν είναι μακρύς: κορμοράνοι και πελεκάνοι που μπλέκονται στα προστατευτικά δίχτυα των ιχθυοτροφείων· πετροσωλήνες που πεθαίνουν σε μία από τις τελευταίες γνωστές περιοχές όπου απαντώνται στον κόσμο· και η αφαίμαξη των θαλασσών του Παγκόσμιου Νότου για την παραγωγή τροφής για σαρκοφάγα ψάρια.

Σύμφωνα με την έρευνα, όλες σχεδόν οι μονάδες στον κόλπο —με εξαίρεση μία— χρησιμοποιούν στις ζωοτροφές τους ιχθυάλευρο που παρασκευάζεται από άγρια ψάρια. Σε αντίθεση με τα δίθυρα, όπως τα στρείδια και τα μύδια, που συνήθως δεν χρειάζονται εξωτερική τροφή, ένα εκτρεφόμενο λαβράκι ή μια τσιπούρα σε ορισμένες μονάδες της Μεσογείου καταναλώνει, σύμφωνα με πρόσφατη επιστημονική μελέτη, ποσότητα άγριων ψαριών που ξεπερνά δυόμισι φορές το βάρος του.

Πολλές μονάδες στον κόλπο προμηθεύονται ζωοτροφές από την Avramar, σύμφωνα με το Bait to Plate, ένα εργαλείο που δημιούργησαν οι δημοσιογράφοι και οι ερευνητές της έρευνας και το οποίο καταγράφει τις αλυσίδες παραγωγής της αλιείας και των θαλασσινών. Η Avramar, με παρουσία στην Ελλάδα και την Ισπανία, αυτοπαρουσιάζεται ως «η κορυφαία εταιρεία ιχθυοκαλλιέργειας στη Μεσόγειο» και προβάλλει τη δέσμευσή της για «βιώσιμες και υπεύθυνες πρακτικές ιχθυοκαλλιέργειας».

Σακί ιχθυάλευρου της Avramar έξω από εγκατάσταση ιχθυοκαλλιέργειας στον Αμβρακικό Κόλπο. Η βιομηχανία ιχθυαλεύρων και ιχθυελαίων έχει δεχθεί επικρίσεις στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες για αυτό που έχει χαρακτηριστεί «διατροφική αποικιοκρατία». Φωτογραφία: Johnny Sturgeon / The Outlaw Ocean Project

Η Avramar, η οποία εξαγοράστηκε πρόσφατα από την καναδική εταιρεία Cooke Inc. και τον Αύγουστο μετονομάστηκε σε Cooke Hellas, βασίζεται, σύμφωνα με έκθεση των Ηνωμένων Εθνών, σε «υπεραλιευμένες» σαρδέλες της Δυτικής Αφρικής για την παραγωγή των ζωοτροφών της. Η έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι προμηθεύεται ιχθυάλευρο από τη Δυτική Σαχάρα —μια περιοχή που τα Ηνωμένα Έθνη χαρακτηρίζουν μη αυτοδιοικούμενο έδαφος και η οποία συχνά περιγράφεται ως η τελευταία αποικία της Αφρικής.

Η Avramar δεν απάντησε στα αιτήματα για σχόλιο.

Όταν κανείς δεν έχει την ευθύνη

Ελλείψει διαφάνειας, οι ανεπιβεβαίωτες φήμες για τον κλάδο οργιάζουν στις τοπικές κοινωνίες. Μονάδες που φέρεται να λειτουργούν χωρίς τις απαραίτητες άδειες. Εγκαταστάσεις που εγκαταλείφθηκαν όταν εντοπίστηκαν να εκτρέφουν παράνομα ευρωπαϊκά χέλια. Μαζικοί θάνατοι ψαριών που, σύμφωνα με καταγγελίες, αποσιωπήθηκαν από τους υπευθύνους των μονάδων. Και, πάνω απ’ όλα, καταγγελίες για μαύρο χρήμα που διακινείται ανεξέλεγκτα ανάμεσα σε πολιτικούς, τράπεζες και ξένους ιδιοκτήτες.

Ένα, όμως, είναι ξεκάθαρο: ο έλεγχος είναι σχεδόν ανύπαρκτος. Η διαχείριση της ιχθυοκαλλιέργειας στον κόλπο μοιράζεται ανάμεσα σε πέντε δήμους, δύο περιφέρειες, μια κατακερματισμένη εθνική πολιτική και ένα μωσαϊκό ευρωπαϊκών κανονισμών. 

Όλοι θέλουν να έχουν λόγο στην υδατοκαλλιέργεια του Αμβρακικού. Κανείς δεν φαίνεται να έχει τη συνολική ευθύνη.

Η ελληνική κυβέρνηση δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο σχετικά με τα σχέδια επέκτασης της ιχθυοκαλλιέργειας, τις περιβαλλοντικές ζημιές που έχουν αποδοθεί στις μονάδες του Αμβρακικού, τον ρόλο του κράτους στον καθαρισμό των εγκαταλελειμμένων μονάδων και τις καταγγελίες για πιέσεις της κυβέρνησης προς τις τοπικές αρχές με στόχο την επέκταση της ιχθυοκαλλιέργειας.

Η επέκταση συνεχίζεται

Παρότι η δημιουργία των ΠΟΑΥ το 2011 έδωσε το νομικό έναυσμα για την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της ιχθυοκαλλιέργειας, τα επόμενα 15 χρόνια η εικόνα στην υπόλοιπη Ελλάδα παρέμεινε κατακερματισμένη: σύμφωνα με τοπικούς ακτιβιστές, εννέα επεκτάσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με ενεργές προσφυγές και αντιδράσεις· οκτώ έχουν σημειώσει ελάχιστη πρόοδο από τότε που παρουσιάστηκαν το 2011, επτά έχουν εγκριθεί και μία έχει απορριφθεί.

«Όλα λειτουργούσαν στον αυτόματο πιλότο. Οι περιβαλλοντικές ανησυχίες και οι δημοκρατικές παράμετροι, όπως το τι θέλουν οι τοπικές κοινωνίες, έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Στην πραγματικότητα, δεν θεωρούνταν καν ανησυχίες», λέει η Ελίνα Μακρή, ανεξάρτητη δημοσιογράφος και εκπρόσωπος της AKTAIA, της Ελληνικής Συμμαχίας για την Προστασία του Θαλάσσιου Περιβάλλοντος από την Ιχθυοκαλλιέργεια. Κατά την άποψή της, το σημερινό χάος δεν είναι απαραίτητα αποτέλεσμα κακής πρόθεσης, αλλά πολιτικής ανεπάρκειας. «Είναι σαν το κράτος να μην ξέρει τι συμβαίνει», λέει.

Καθώς η μεταρρύθμιση που προωθεί η κυβέρνηση παραμένει στάσιμη, το βάρος για τον περιορισμό των επιπτώσεων του κλάδου έχει περάσει στις τοπικές κοινωνίες και στα δικαστήρια. Απόφαση του Αυγούστου του 2025, με την οποία απορρίφθηκε το σχέδιο της Avramar για επέκταση κατά 800% στο νησί του Πόρου, δημιούργησε ένα σημαντικό προηγούμενο: οι μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ηλικίας πλέον 15 ετών, που χρησιμοποιούνταν για να στηρίξουν τις επεκτάσεις της ιχθυοκαλλιέργειας δεν μπορούσαν πλέον να σταθούν νομικά.

Από το Ξηρόμερο στα δυτικά έως την Εύβοια στα ανατολικά, τοπικές κοινωνίες έχουν προσφύγει στο ανώτατο δικαστήριο της χώρας, ζητώντας την ακύρωση αδειών για μονάδες που λειτουργούν κοντά στα σπίτια τους. Οι τοπικοί φορείς αναδεικνύουν έτσι ένα σημαντικό κενό στην ελληνική νομοθεσία: οι κλωβοί επιτρέπεται να τοποθετούνται μόλις 50 μέτρα από την ακτή, ενώ σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες απαιτείται απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου.

«Δεν μας άκουσαν»

Ο πατέρας της Ελίνας Μακρή, Σταμούλης Μακρής, ήταν ένας από τους ανθρώπους που αντιστάθηκαν στην επέκταση της υδατοκαλλιέργειας.

Έζησε όλη του τη ζωή στον Αστακό, την κωμόπολη νότια του κόλπου που βρίσκεται στο επίκεντρο του αγώνα κατά της επέκτασης της ΠΟΑΥ.

Πέρασε δεκαετίες κόβοντας προσεκτικά από τις εφημερίδες δημοσιεύματα που κατέγραφαν τις τοπικές αντιδράσεις και αρχειοθετώντας τα σε βαριούς φακέλους.

«Ο πατέρας μου δεν ήταν αισιόδοξος, γιατί δεν είδε ποτέ πραγματική πρόοδο», λέει η Ελίνα.

Θυμάται τότε που, μικρό παιδί, διέσχιζε τον κόλπο με τον πατέρα της στη βάρκα του και μπορούσε να δει δελφίνια — ακόμη και τον βυθό της θάλασσας. Αυτές οι μέρες έχουν πλέον χαθεί. «Είναι μια θλιβερή ιστορία για τη δημοκρατία. Οι άνθρωποι αντιστέκονταν, αλλά κανείς δεν τους άκουγε».

Μετά από σχεδόν 40 χρόνια ενεργού αντίστασης, ο Σταμούλης Μακρής πέθανε πέρυσι.

Άφησε στην κόρη του τους φακέλους του και έναν αγώνα που δεν έχει τελειώσει.

«Δεν μπορούμε να παραδώσουμε κάτι χειρότερο»

Για τους τοπικούς αιρετούς, το δίλημμα είναι δύσκολο.

Από τη μία πλευρά, η υδατοκαλλιέργεια αποτελεί μια σημαντική οικονομική δραστηριότητα σε περιοχές με περιορισμένες επιλογές απασχόλησης.

Από την άλλη, οι ίδιες κοινότητες καλούνται να αντιμετωπίσουν τις περιβαλλοντικές συνέπειες της ανάπτυξής της.

Ο δήμαρχος Ξηρομέρου συζητά το ενδεχόμενο επέκτασης των ιχθυοκαλλιεργειών. Ο δήμος, ένας από τους φτωχότερους της χώρας, καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για θέσεις εργασίας και την προστασία του περιβάλλοντος. Φωτογραφία: Ryan Green / The Outlaw Ocean Project
Μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας κατά μήκος των ακτών του Ξηρομέρου (2026). Ο δήμος έχει προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά των σχεδίων επέκτασης των μονάδων. Φωτογραφία: Ryan Green / The Outlaw Ocean Project

«Αν σεβόμαστε το περιβάλλον και την επόμενη γενιά, δεν μπορούμε να παραδώσουμε κάτι χειρότερο από αυτό που παραλάβαμε», λέει ο Γιάννης Τριανταφυλλάκης, δήμαρχος Ξηρομέρου, της περιοχής που περιλαμβάνει τον Αστακό και συνορεύει με τον Αμβρακικό.

Γεννημένος στην Αθήνα και πρώην γιατρός, ο Τριανταφυλλάκης έχει δει με τα μάτια του την απώλεια της βιοποικιλότητας ενώ έκανε ψαροντούφεκο στις περιοχές γύρω από τους κλωβούς. Παρ’ όλα αυτά, υποστηρίζει ότι έχει δεχθεί πιέσεις από την κεντρική διοίκηση να επεκταθεί πάνω από 20 φορές η θαλάσσια έκταση που προορίζεται για ιχθυοκαλλιέργεια στα ανοιχτά της περιοχής του.

«Δεν αποδέχθηκαν τις κόκκινες γραμμές που είχαμε θέσει ως δημοτική αρχή και ως κοινωνία», λέει. «Αποφασίσαμε να προσφύγουμε στο [Συμβούλιο της Επικρατείας] για να διεκδικήσουμε το δικαίωμά μας σε αυτό που πιστεύουμε».

Την ώρα που η δημοτική αρχή του Τριανταφυλλάκη δίνει δικαστική μάχη κατά της επέκτασης, ο ίδιος αναγνωρίζει ότι η ιχθυοκαλλιέργεια μπορεί να αποτελεί ένα «αναγκαίο κακό», ώστε οι άνθρωποι μιας περιοχής με ελάχιστες άλλες οικονομικές ευκαιρίες να μπορούν να στηρίζουν τις οικογένειές τους.

«Μας κατηγορούν ότι πατάμε σε δύο βάρκες», λέει. «Δεν θέλουμε να πλήξουμε έναν οικονομικό κλάδο της περιοχής, αλλά ούτε να στερήσουμε από τον τόπο μας την προοπτική ανάπτυξης που θα του επιτρέψει να έχει μέλλον».

Όσοι αντιτίθενται στην επέκταση, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι η ελληνική υδατοκαλλιέργεια δεν έχει δημιουργήσει ουσιαστικά νέες θέσεις εργασίας εδώ και περισσότερα από 20 χρόνια.

Την ίδια στιγμή, οι ψαράδες βλέπουν το δικό τους επάγγελμα να συρρικνώνεται.

«Το μέλλον του κόλπου είναι σκοτεινό»

«Το μέλλον του κόλπου είναι σκοτεινό», λέει ο Παύλος Χαραλάμπους, τρώγοντας άγριες σαρδέλες με θέα την απέραντη γαλάζια θάλασσα απ’ όπου προέρχονται.

Ο πατέρας του, ψαράς κι εκείνος, πλήρωσε τις σπουδές του χάρη στον πλούτο αυτών των νερών. Τώρα, όμως, ο γιος του, που επέλεξε να ασχοληθεί με το real estate, τον ρωτά γιατί, στα 70 του πλέον, συνεχίζει να αγωνίζεται και να οργανώνει αντιδράσεις απέναντι στις ιχθυοκαλλιέργειες.

«Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη», του απαντά, επαναλαμβάνοντας την αρχαία ελληνική παροιμία που θυμίζει ότι η αλλαγή απαιτεί συλλογική δράση. Την ώρα που η κυβέρνηση ποντάρει σε έναν κλάδο που δυσκολεύεται να ελέγξει, ο Παύλος προσπαθεί να προστατεύσει ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια καταφύγια της Μεσογείου.

«Μεγάλωσα σε αυτόν τον κόλπο», λέει. «Γι’ αυτό παλεύω».

(Το ρεπορτάζ εντάσσεται σε ευρύτερη δημοσιογραφική έρευνα, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Inside Climate News και διεθνή ομάδα δημοσιογράφων του The Outlaw Ocean Project.)

More to read

Στήριξε την ανεξάρτητη δημοσιογραφία!

Για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε να ελέγχουμε την εξουσία και να ασκούμε πίεση, χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας.