data centers
16 / 09 / 2026

Χωρίς σχέδιο η Ελλάδα για τα data centers

Το Solomon απέκτησε και εξέτασε την εμπιστευτική μελέτη της PwC για την ανάπτυξη των data centers στην Ελλάδα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οκτώ νέα data centers, συνολικής ισχύος 547,5 MW, είχαν ήδη εξασφαλίσει σύνδεση στο ηλεκτρικό δίκτυο, ενώ κρίσιμες μελέτες για την επάρκεια ηλεκτρικής ενέργειας και νερού, καθώς και για τις επιπτώσεις στις τιμές του ρεύματος, παραμένουν σε εκκρεμότητα.

Credits

Έρευνα:

Επιμέλεια:

Εικονογράφηση:

Φωτογραφίες:

Tags:

«Αν οι αυτοκινητόδρομοι […] είναι οι λεωφόροι του παρόντος, τα νέα κέντρα δεδομένων είναι οι λεωφόροι του μέλλοντος», είχε πει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στα εγκαίνια του Athens-3, του data center που κατασκευάστηκε το 2022 στο Athens Data Center Campus στο Κορωπί.

Η δήλωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία ένα νέο κύμα επενδύσεων σε data centers αναπτύσσεται στη Μεσόγειο, καθώς οι υπηρεσίες cloud και η τεχνητή νοημοσύνη αυξάνουν τη ζήτηση για υπολογιστική ισχύ. Η Ελλάδα επιδιώκει να προσελκύσει μέρος αυτών των επενδύσεων, αξιοποιώντας τη γεωγραφική της θέση και το δίκτυο υποθαλάσσιων καλωδίων που συνδέουν τη χώρα με την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

Εναέρια άποψη data center στην Αττική, Ιούλιος 2026, © Ιάσονας Αθανασιάδης / Solomon.
Χάρτης υποθαλάσσιων καλωδίων. Πηγή: submarinecablemap.com/

Στις 13 Μαρτίου 2026, παρουσιάζοντας μελέτη για τη χωροθέτηση και την ανάπτυξη data centers στην Ελλάδα, η κυβέρνηση ανέφερε ότι «στόχος δεν είναι η άναρχη ανάπτυξη», αλλά η «ισορροπημένη και ορθολογική» αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της χώρας. Τη μελέτη είχε αναλάβει η συμβουλευτική εταιρεία PwC.

Η PwC εξέτασε, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα του ηλεκτρικού δικτύου να εξυπηρετήσει την ανάπτυξη data centers, τις πιθανές επιπτώσεις της πρόσθετης ζήτησης στις αγορές και στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και το πλαίσιο για την κατανομή της διαθέσιμης ηλεκτρικής ισχύος.

Η πλήρης μελέτη δεν δημοσιεύθηκε. Το Solomon την απέκτησε και εξέτασε τις παραδοχές και τις προϋποθέσεις που θέτει για την ανάπτυξη νέων φορτίων data centers στην Ελλάδα. [Διάβασε ολόκληρη την έκθεση εδώ.]

Από την έκθεση προκύπτει ότι, ενώ η ανάπτυξη των data centers βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη, ορισμένες από τις αναλύσεις που η PwC θεωρεί απαραίτητες για την εκτίμηση των επιπτώσεών της δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί.

Μέχρι την άνοιξη του 2026, οκτώ έργα data centers, συνολικής ισχύος 547,5 MW, είχαν ήδη εξασφαλίσει σύνδεση στο ηλεκτρικό δίκτυο, σύμφωνα με απάντηση του ΑΔΜΗΕ στο Solomon.

Οι αποφάσεις για τη σύνδεση των συγκεκριμένων έργων είχαν, επομένως, ληφθεί πριν ολοκληρωθεί η μελέτη επάρκειας ηλεκτροπαραγωγής που η PwC αναφέρει ως απαραίτητη για την επιβεβαίωση των συνολικών περιθωρίων σύνδεσης. Βασικές προϋποθέσεις για την «ορθολογική» ανάπτυξη που υποστηρίζει η κυβέρνηση εξακολουθούν να εκκρεμούν μέχρι και σήμερα. 

Το Solomon απηύθυνε συγκεκριμένα ερωτήματα στα συναρμόδια υπουργεία και στους αρμόδιους φορείς σχετικά με τη διαδικασία αδειοδότησης και σύνδεσης των έργων, τη διαθεσιμότητα ηλεκτρικής ισχύος και τις μελέτες που προβλέπονταν για την αξιολόγηση των επιπτώσεων. Τα περισσότερα ερωτήματα έμειναν αναπάντητα.

Η ουρά των αιτημάτων

Σύμφωνα με την έκθεση της PwC, στη χώρα λειτουργούν σήμερα 21 data centers, συνολικής εγκατεστημένης ισχύος 44 MW. Σύμφωνα με τον ΑΔΜΗΕ, καταναλώνουν περίπου 65 GWh ηλεκτρικής ενέργειας τον χρόνο — όσο περίπου 15.000 νοικοκυριά.

Η κλίμακα των έργων που σχεδιάζονται είναι πολύ διαφορετική. Από τα οκτώ data centers που έχουν ήδη εξασφαλίσει σύνδεση στο ηλεκτρικό δίκτυο, τα επτά, ισχύος 507,5 MW, βρίσκονται στην Αττική και το όγδοο, ισχύος 40 MW, στην Κορινθία.

Την ίδια στιγμή, στον ΑΔΜΗΕ εκκρεμούν 30 ακόμη αιτήματα σύνδεσης, συνολικής ισχύος περίπου 3 GW. Αφορούν έργα σε ολόκληρη τη χώρα, από τη Φθιώτιδα και τη Βοιωτία έως την Κοζάνη, τη Θεσσαλονίκη και τον Έβρο.

Παράλληλα, σε εκδήλωση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) και του Enterprise Greece που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της 90ης Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, ο ΔΕΔΔΗΕ εκτίμησε ότι τα data centers στο δίκτυο διανομής θα φτάσουν τα 350 MW και 1,3 TWh έως το 2034, με περίπου 220 MW αιτημάτων σύνδεσης να έχουν ήδη υποβληθεί. Τα μεγέθη αυτά έρχονται να προστεθούν στα αιτήματα που έχει ήδη ο ΑΔΜΗΕ.

Ακόμη, ο ΔΕΔΔΗΕ αναπτύσσει επενδυτικό πρόγραμμα 4,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2030. Από αυτό, 1 δισ. ευρώ προορίζεται για «προληπτική ενίσχυση της χωρητικότητας πριν από τη ζήτηση, ανεξάρτητα από μεμονωμένα αιτήματα σύνδεσης».

Ένα αίτημα σύνδεσης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το data center θα κατασκευαστεί. Ο ίδιος ο ΑΔΜΗΕ αναγνωρίζει στο Solomon ότι πολλά από τα σχέδια βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο και ενδέχεται να μην υλοποιηθούν ποτέ.

Τα αιτήματα, ωστόσο, εξετάζονται με τη λογική «first come, first served»: προηγείται αυτός που υπέβαλε πρώτος το αίτημα και όχι το έργο με τον μεγαλύτερο βαθμό ωριμότητας.

Το Solomon ρώτησε τον ΑΔΜΗΕ εάν αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο μεγάλα data centers να δεσμεύσουν ηλεκτρικό χώρο εις βάρος άλλων επιχειρήσεων ή τοπικών αναγκών.

«Είναι υπαρκτός ο κίνδυνος», απάντησε ο ΑΔΜΗΕ, καθώς αιτήματα για data centers «κατατίθενται σωρηδόν […] με ελάχιστο βαθμό ωριμότητας και μικρή πιθανότητα υλοποίησης στο σύνολό τους».

Ο ΑΔΜΗΕ θεωρεί ότι απαιτείται ειδικό θεσμικό πλαίσιο για τη σύνδεση των data centers. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η PwC, προτείνοντας τη δημιουργία μιας ενιαίας πλατφόρμας μέσω της οποίας θα ξεκινά η διαδικασία δέσμευσης ηλεκτρικού χώρου.

ΑΔΜΗΕ και PwC συμφωνούν, επομένως, ότι οι κανόνες πρέπει να αλλάξουν. Στο μεταξύ, όμως, η ουρά έχει ήδη σχηματιστεί, και το κράτος σχεδιάζει τους κανόνες μιας διαδικασίας που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.

Πόσο χώρο έχει το δίκτυο;

Απέναντι σε μια ουρά αιτημάτων που πλησιάζει τα 3 GW, η μελέτη της PwC εκτιμά ότι το ελληνικό ηλεκτρικό δίκτυο θα μπορούσε έως το 2034 να εξυπηρετήσει νέα φορτία data centers συνολικής ισχύος έως περίπου 2,9 GW.

Η εκτίμηση αφορά μελλοντική δυνατότητα σύνδεσης και όχι τη σημερινή διαθέσιμη ισχύ για νέα data centers. Βασίζεται στην ολοκλήρωση προγραμματισμένων έργων ανάπτυξης του δικτύου και σε συγκεκριμένες παραδοχές για τη μελλοντική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.

Η δυνατότητα σύνδεσης εξαρτάται από τη θέση κάθε έργου και από τη διαθέσιμη χωρητικότητα των γραμμών μεταφοράς και των υποσταθμών της συγκεκριμένης περιοχής. Η δυνατότητα σύνδεσης που μπορεί να προκύψει στη Δυτική Μακεδονία, για παράδειγμα, δεν μπορεί να αξιοποιηθεί απευθείας από ένα data center στην Αττική.

Η PwC επισημαίνει επίσης ότι τα περιθώρια σύνδεσης των επιμέρους περιοχών δεν μπορούν να αθροιστούν, καθώς η επιβάρυνση ενός τμήματος του δικτύου μπορεί να επηρεάσει τη διαθέσιμη χωρητικότητα και σε γειτονικές περιοχές.

Η τεχνική δυνατότητα σύνδεσης ενός data center στο δίκτυο δεν ταυτίζεται με την επάρκεια ηλεκτροπαραγωγής για την κάλυψη της ζήτησής του, ιδιαίτερα κατά τις ώρες υψηλής ζήτησης.

«Για την επιβεβαίωση των συνολικών περιθωρίων σύνδεσης απαιτείται αναλυτική μελέτη επάρκειας ηλεκτροπαραγωγής», αναφέρει η PwC.

Όταν η μελέτη παρουσιάστηκε, τον Μάρτιο του 2026, η συγκεκριμένη ανάλυση δεν είχε ακόμη εκπονηθεί. Η PwC είχε εξετάσει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του δικτύου να εξυπηρετήσει μελλοντικά νέα φορτία και τις περιοχές στις οποίες θα μπορούσαν να συνδεθούν. Η επάρκεια της διαθέσιμης ηλεκτροπαραγωγής για την κάλυψη αυτών των φορτίων απαιτούσε ξεχωριστή ανάλυση.

Εκεί που θέλουν να πάνε οι επενδυτές, το δίκτυο δυσκολεύεται

Η Αττική αποτελεί την περιοχή με τη μεγαλύτερη ελκυστικότητα για επενδύσεις σε data centers, σύμφωνα με την αξιολόγηση της PwC. Ως προς τη διαθέσιμη ισχύ του δικτύου το 2034, όμως, βρίσκεται στην όγδοη θέση, με εκτιμώμενο περιθώριο 180 MW.

Αντίθετα, η Δυτική Μακεδονία εμφανίζει περιθώριο 630 MW, η Θεσσαλία 605 MW, η Κεντρική Μακεδονία 485 MW και η Στερεά Ελλάδα 480 MW.

Στην πλήρη μελέτη, τα 180 MW που εμφανίζονται ως διαθέσιμα στην Αττική υπολογίζονται εκτός Ανατολικής Αττικής, με εξαίρεση τον νέο υποσταθμό του Λαυρίου. Ειδικότερα, η Περιφερειακή Ενότητα Ανατολικής Αττικής εμφανίζει μηδενικό διαθέσιμο περιθώριο το 2024 και 120 MW το 2030 και το 2034, μετά την ολοκλήρωση προγραμματισμένων έργων.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με την PwC, περισσότερα από το 70% των υποβεβλημένων αιτημάτων σύνδεσης στο Δίκτυο αφορά την Αττική.

Στην ίδια περιοχή αναπτύσσονται ήδη τα έργα της Microsoft, της Dromeus–Apto και της ΔΕΗ–DAMAC.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα έργα εξασφάλισαν σύνδεση χωρίς να υπάρχει διαθέσιμος ηλεκτρικός χώρος. Δείχνει, όμως, ότι ένα σημαντικό μέρος της χωρητικότητας στην πιο περιζήτητη περιοχή είχε ήδη δεσμευτεί πριν την παρουσίαση της έκθεσης της PwC.

Ο σχεδιασμός που παρουσιάστηκε ως μέσο για να κατευθύνει την ανάπτυξη των data centers ήρθε αφού οι πρώτοι επενδυτές είχαν ήδη εξασφαλίσει θέση στο πιο ελκυστικό —και πλέον κορεσμένο— τμήμα του δικτύου.

Ένα κόστος που δεν έχει ακόμη υπολογιστεί

Τα data centers δεν χρειάζονται μόνο μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας. Για τη σύνδεσή τους μπορεί να απαιτούνται νέες γραμμές μεταφοράς, υποσταθμοί και άλλες ενισχύσεις του δικτύου.

Το κόστος αυτών των έργων δεν επιβαρύνει πάντοτε αποκλειστικά την εταιρεία που ζητά τη σύνδεση. Σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του ΕΣΜΗΕ (Ελληνικό Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας), σε συγκεκριμένα έργα επέκτασης του δικτύου το κόστος επιμερίζεται κατά 50% στον ΑΔΜΗΕ και κατά 50% στον συνδεόμενο χρήστη.

Το μέρος που αναλαμβάνει ο ΑΔΜΗΕ εντάσσεται στη ρυθμιζόμενη περιουσιακή του βάση και, όπως αναφέρει σχετική απόφαση της ΡΑΑΕΥ, «ανακτάται πλήρως μέσω των Χρεώσεων Χρήσης Συστήματος».

Αυτό σημαίνει ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, μέρος του κόστους των υποδομών που απαιτούνται για τη σύνδεση ενός ιδιωτικού data center μπορεί τελικά να κατανεμηθεί στο σύνολο των χρηστών του ηλεκτρικού συστήματος, μέσω των χρεώσεων που περιλαμβάνονται στους λογαριασμούς ρεύματος.

Με τα διαθέσιμα στοιχεία, ωστόσο, δεν μπορεί να υπολογιστεί πόσο θα κοστίσουν οι αναγκαίες επεκτάσεις για τα σχεδιαζόμενα data centers ούτε ποιο μέρος αυτού του κόστους θα αναλάβουν τελικά οι καταναλωτές.

Υπάρχει και ένα δεύτερο πιθανό κόστος: η επίδραση της πρόσθετης ζήτησης στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας.

Τα data centers λειτουργούν σχεδόν αδιάλειπτα και χρειάζονται σταθερή παροχή ρεύματος. Όταν η ζήτηση αυξάνεται και η διαθέσιμη παραγωγή από φθηνότερες πηγές δεν επαρκεί, το σύστημα μπορεί να χρειαστεί να ενεργοποιήσει ακριβότερες μονάδες, όπως εκείνες που λειτουργούν με φυσικό αέριο. Επειδή η τιμή στη χονδρεμπορική αγορά καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα που απαιτείται κάθε φορά για να καλυφθεί η ζήτηση, μια μεγάλη και σταθερή νέα κατανάλωση μπορεί να ασκήσει ανοδική πίεση στις τιμές.

Παράλληλα, οι καταναλωτές είναι πιο εκτεθειμένοι στις διακυμάνσεις της τιμής, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις συχνά έχουν τη δυνατότητα να «κλειδώνουν» τιμές μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων, περιορίζοντας έτσι την επίδραση των αυξήσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ανάπτυξη των data centers θα οδηγήσει αυτομάτως σε ακριβότερο ρεύμα. Η επίδραση εξαρτάται από τη διαθέσιμη παραγωγή, τη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών και τις ώρες κατά τις οποίες εμφανίζεται η πρόσθετη ζήτηση. Είναι, όμως, ένας κίνδυνος που πρέπει να υπολογιστεί.

Η ίδια η PwC αναφέρει ότι «απαιτείται αναλυτική μελέτη επιπτώσεων στη λειτουργία των ενεργειακών αγορών και των τιμών εκκαθάρισης». 

Πηγές της ΡΑΑΕΥ είπαν στο Solomon πως για την ώρα δεν έχει γίνει από την Αρχή κάποια μελέτη σχετικά με τις επιπτώσεις της ανάπτυξης data centers στην Ελλάδα, ωστόσο υπάρχει σχετική εισήγηση από τον ΑΔΜΗΕ και από την οποία θα προκύψει στο προσεχές μέλλον αποφαση.

Ταυτόχρονα, μεγάλο ενδιαφέρον έχουν οι επιπτώσεις των data centers στις ΗΠΑ. Εκεί, όπου τα data centers απορροφούν ήδη περίπου το 7% της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, ο λογαριασμός έχει αρχίσει να φτάνει στους καταναλωτές.

Στο PJM, τον μεγαλύτερο διαχειριστή ηλεκτρικού δικτύου των ΗΠΑ με 67 εκατομμύρια καταναλωτές και τη μεγαλύτερη συγκέντρωση data centers στον πλανήτη, οι τιμές χονδρικής αυξήθηκαν 75,5% μέσα σε έναν χρόνο. Ο ανεξάρτητος επόπτης της αγοράς, σαν τη δική μας ΡΑΑΕΥ, κατονόμασε τα data centers ως βασική αιτία, ενώ χαρακτήρισε την επίπτωση στους καταναλωτές «πολύ μεγάλη και μη αναστρέψιμη». 

Στις αρχές Ιουλίου σε ρεπορτάζ του Reuters καταγράφηκε πως οι μέσες βιομηχανικές τιμές ρεύματος αυξήθηκαν 31% στην Πενσιλβάνια και 26% στο Οχάιο στο 12μηνο έως τον Δεκέμβριο του 2025, έναντι 7% πανεθνικά. Οι οικιακοί πελάτες σε αυτές τις δύο πολιτείες είδαν στους λογαριασμούς τους αυξήσεις 14% και 9% αντίστοιχα.

Νερό, θόρυβος, θερμοκρασία: το τοπικό αποτύπωμα

Η ηλεκτρική ενέργεια δεν είναι το μόνο ζήτημα. Τα data centers χρειάζονται νερό για την ψύξη του εξοπλισμού — και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην Αττική, όπου η λειψυδρία αποτελεί ήδη πρόβλημα.

Το Solomon απέκτησε πρόσβαση σε έκθεση της Διεύθυνσης Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης του ΥΠΕΝ για την κατανάλωση νερού των data centers. Η έκθεση αναγνωρίζει ότι, ενώ σε εθνικό επίπεδο η κατανάλωσή τους είναι μικρή σε σχέση με τη γεωργία, σε τοπικό επίπεδο μπορεί να ανταγωνίζεται την άρδευση και την ύδρευση, ειδικά σε περιοχές όπως τα Σπάτα και η Θεσσαλία.

Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία για την πραγματική κατανάλωση. Η έκθεση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στους δείκτες που δημοσιεύουν οι ίδιες οι εταιρείες. Για παράδειγμα, σύμφωνα με την έκθεση του ΥΠΕΝ, η Microsoft δηλώνει στόχο να γίνει «water positive» έως το 2030 και να περάσει σε κλειστό κύκλωμα ψύξης. Στο κείμενο έγκρισης χωροθέτησης του για την εγκατάσταση στα Σπάτα προβλέπεται ετήσια κατανάλωση περίπου 8.856 κυβικών μέτρων νερού για ψύξη. 

Όπως αναφέρεται σχετικά, «το νερό άρδευσης θα παρέχεται από κεντρική δεξαμενή άρδευσης 60 m3 και κατάλληλο αντλητικό συγκρότημα. Η δεξαμενή αυτή θα μπορεί να τροφοδοτείται από τη δεξαμενή συλλογής όμβριων υδάτων, ωστόσο όταν δεν υπάρχει διαθεσιμότητα όμβριων η παροχή νερού θα γίνεται με πόσιμο νερό από το τοπικό δίκτυο του Δήμου Σπάτων-Αρτέμιδος».

Οι αριθμοί μιας εγκατάστασης δεν αρκούν από μόνοι τους για να αποδείξουν σοβαρή απειλή για την υδροδότηση της Αττικής. Αυτό που απουσιάζει είναι η σωρευτική αποτίμηση: πόσο νερό θα χρειάζονται συνολικά τα data centers που σχεδιάζονται στην ίδια περιοχή και πώς αυτή η κατανάλωση θα συνδυάζεται με τις ανάγκες των κατοίκων και της γεωργίας.

Αυτή την εκτίμηση εξέφρασε και ο καθηγητής στον Τομέα Υδατικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Νίκος Μαμάσης:

«Οι ποσότητες που έχουν μέχρι στιγμής δοθεί στη δημοσιότητα δεν είναι τέτοιες που δεν μπορεί να τις διαχειριστεί η χώρα με βάση τα ανανεωσιμα αποθέματά της». «Ωστόσο», όπως δήλωσε ο καθηγητής στο Solomon, «οι εταιρείες οφείλουν να δηλώσουν την ισχύ των εγκαταστάσεων και πόσο νερό απαιτείται σε μηνιαία βάση».

«Υπάρχουν περιοχές όπως η Θεσσαλία για παράδειγμα, η οποία είναι ελλειμματική σε νερό (ειδικά το καλοκαίρι) και δεν αντέχει νέες γεωτρήσεις. Πρέπει όταν σχεδιάζουν να εξηγούν πώς θα βρίσκουν αυτό το απαιτούμενο νερό».

Η έλλειψη συντονισμού γίνεται ακόμη πιο εμφανής εκτός Αττικής. Η PwC προτείνει την ενθάρρυνση επενδύσεων σε περιοχές με μεγαλύτερο ηλεκτρικό περιθώριο. Η έκθεση του Υπουργείου Περιβάλλοντος επισημαίνει, όμως, ότι ορισμένες από αυτές τις περιοχές —μεταξύ τους η Θεσσαλία και η Δυτική Μακεδονία— είναι περισσότερο ευάλωτες ως προς τη διαθεσιμότητα νερού.

Από τις δύο μελέτες δεν προκύπτει ότι έχει γίνει μια ενιαία αξιολόγηση των ενεργειακών και υδατικών περιορισμών. Η προσπάθεια να αποσυμφορηθεί το ηλεκτρικό δίκτυο της Αττικής κινδυνεύει, έτσι, να μεταφέρει την πίεση σε έναν άλλο περιορισμένο πόρο.

Σύμφωνα με τον Ν. Μαμάση, στα λεγόμενα διαχειριστικά σχέδια για το νερό ή επίσημα τα «Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ)» η Ειδική Γραμματεία Υδάτων καταγράφει λεπτομερώς τις χρήσεις νερού για κάθε υδατικό διαμέρισμα της χώρας.

Το Solomon αναζήτησε το διαχειριστικό σχέδιο για την Αττική και δεν εντόπισε καμία αναφορά σε data centers. Το εγκεκριμένο Σχέδιο Διαχείρισης των Λεκανών Απορροής της Αττικής, που ισχύει έως το 2027, δεν έχει καταχωρίσει τα data centers ως κατηγορία χρήσης ή ως παράγοντα πίεσης στους υδατικούς πόρους. Η αναθεώρηση του σχεδίου ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2024, παρότι, για παράδειγμα, το data center της Microsoft είχε ήδη ενταχθεί στις στρατηγικές επενδύσεις από το 2022. 

«Στην επόμενη αναθεώρηση θα πρέπει να αναφέρεται η συγκεκριμένη χρήση», αναφέρει ο Ν. Μαμάσης.

Στοιχεία συγκεντρωτικά, επιπτώσεις τοπικές

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δημιουργήσει ένα σύστημα παρακολούθησης της ενεργειακής και περιβαλλοντικής επίδοσης των data centers.

Το άρθρο 12 της Οδηγίας (ΕΕ) 2023/1791 για την ενεργειακή απόδοση προβλέπει υποχρεώσεις δημοσιοποίησης και αναφοράς στοιχείων για εγκαταστάσεις με ισχύ εξοπλισμού πληροφορικής τουλάχιστον 500 kW. Ο κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1364 εξειδικεύει ποια στοιχεία πρέπει να υποβάλλονται και πώς θα υπολογίζονται δείκτες για την κατανάλωση ενέργειας και νερού, την αξιοποίηση απορριπτόμενης θερμότητας και τη χρήση ανανεώσιμης ενέργειας.

Τα δεδομένα συγκεντρώνονται σε ευρωπαϊκή βάση. Η δημόσια εκδοχή της, όμως, προβλέπεται να εμφανίζει τα στοιχεία συγκεντρωτικά, σε επίπεδο κράτους μέλους και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι υποβολές που αφορούν μεμονωμένα data centers αντιμετωπίζονται ως εμπιστευτικές.

Η ευρωπαϊκή βάση μπορεί, επομένως, να δείξει τη συνολική κατανάλωση των data centers στην Ελλάδα. Δεν μπορεί, όμως από μόνη της, να δείξει στους κατοίκους πόση ενέργεια ή πόσο νερό καταναλώνει η εγκατάσταση που λειτουργεί ή σχεδιάζεται δίπλα τους.

Η εποπτεία παραμένει έτσι συγκεντρωτική, ενώ οι επιπτώσεις εκδηλώνονται τοπικά.

Έλεγχος, κανόνες και διαφάνεια

Η υπόθεση των Σπάτων αναδεικνύει ένα ευρύτερο ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο αδειοδοτούνται τα data centers στην Ελλάδα: πώς αξιολογούνται οι επιπτώσεις όταν μια μεγάλη ανάπτυξη δεν εμφανίζεται εξαρχής ως ένα ενιαίο έργο;

Το θεσμικό πλαίσιο για τη χωροθέτηση των data centers ορίζεται από τον ν. 5069/2023. Για εγκαταστάσεις ισχύος άνω των 20 MW απαιτείται Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), ενώ για έργα χαμηλότερης ισχύος προβλέπεται διαφορετική, απλούστερη διαδικασία αδειοδότησης.

Το όριο δημιουργεί τον κίνδυνο μια μεγάλη επένδυση να αναπτύσσεται σε διαδοχικές φάσεις, καθεμία κάτω από τα 20 MW, χωρίς να αξιολογούνται εξαρχής οι συνολικές επιπτώσεις της.

Έκθεση της 1830 Lab επισημαίνει τον κίνδυνο «τεμαχιοποίησης» μεγάλων επενδύσεων σε μικρότερες φάσεις. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την περιβαλλοντική αξιολόγηση. Η ΜΠΕ αποτελεί και το βασικό θεσμικό στάδιο στο οποίο το ενδιαφερόμενο κοινό μπορεί να ενημερωθεί και να καταθέσει τις απόψεις του.

Στα Σπάτα, η πρώτη φάση του data center της DAMAC–ΔΕΗ προβλέπει ισχύ 12 MW, δηλαδή κάτω από το όριο των 20 MW. Η συνολική ανάπτυξη, ωστόσο, αναμένεται να ξεπεράσει το όριο. Κάτοικοι της περιοχής έχουν προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αμφισβητώντας μεταξύ άλλων το κατά πόσο οι επιπτώσεις των εγκαταστάσεων εξετάστηκαν στο σύνολό τους.

Το Solomon συνάντησε κατοίκους στη Χριστούπολη, έναν οικισμό περίπου 150 οικογενειών που βρίσκεται ανάμεσα σε τρεις υπό ανάπτυξη εγκαταστάσεις: το data center της Microsoft, το κέντρο της αμερικάνικης Dromeus–Apto και εκείνο της DAMAC από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα σε συνεργασία με τη ΔΕΗ.

Για τους κατοίκους, το βασικό ζήτημα είναι η εγγύτητα των εγκαταστάσεων στις κατοικίες. Όπως ανέφεραν στο Solomon, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί ο θόρυβος από τα συστήματα ψύξης, τα οποία λειτουργούν συνεχώς, αλλά και οι επιπτώσεις από τη θερμότητα, τις ηλεκτρογεννήτριες και τα καυσαέρια που μπορεί να προκύπτουν κατά τη λειτουργία ή τις δοκιμές των εφεδρικών συστημάτων. Παράλληλα, θέτουν το ζήτημα των σωρευτικών επιπτώσεων από τη λειτουργία και των τριών εγκαταστάσεων στην ίδια περιοχή. 

Οι ανησυχίες αυτές αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της χωροθέτησης των έργων. Η εγκατάσταση της Dromeus–Apto πρόκειται να κατασκευαστεί κοντά σε κατοικίες και σε περιοχή όπου προβλέπονται δημόσιο σχολείο και παιδικός σταθμός, ενώ σε μικρή απόσταση βρίσκεται και συγκρότημα ιδιωτικού σχολείου. Από την άλλη πλευρά του οικισμού, το data center της DAMAC–ΔΕΗ (12,5 MW) βρίσκεται περίπου 150 μέτρα από τις πρώτες κατοικίες. Οι ίδιοι επενδυτές έχουν εκφράσει πρόθεση για την ανάπτυξη και τέταρτης εγκατάστασης σε τμήμα του οικοπέδου που βρίσκεται ακόμη πιο κοντά στον οικισμό.

Οι κάτοικοι είχαν ήδη εκφράσει προβληματισμούς από την ανακοίνωση της επένδυσης της Microsoft. Όπως λέει στο Solomon ο Ηλίας Γρατσίας, κάτοικος Χριστούπολης, αρχικά αντιμετώπισαν την παρουσία της εταιρείας ως πιθανή ευκαιρία για την περιοχή, ιδιαίτερα λόγω των κυβερνητικών αναφορών στις θέσεις εργασίας που θα δημιουργούνταν. «Έχουμε τα παιδιά μας στο εξωτερικό, ίσως ανοίξουν θέσεις να δουλέψουν στη Microsoft στη γειτονιά μας», είχε σκεφτεί.

«Έφεραν τη Microsoft με τυμπανοκρουσίες σε μια εποχή που δεν ήξερε ο κόσμος τι είναι ένα data center, τι σημαίνει αυτό για το περιβάλλον, για το τι καταναλώνει σε ρεύμα, σε νερό», λέει στο Solomon.

Η εικόνα, σύμφωνα με τους κατοίκους, άλλαξε όταν πληροφορήθηκαν ότι στην ίδια περιοχή σχεδιάζονται και άλλες εγκαταστάσεις, ορισμένες ακόμη πιο κοντά στις κατοικίες. Επιχείρησαν να συναντηθούν με τις εταιρείες και το αρμόδιο υπουργείο, χωρίς, όπως υποστηρίζουν, να λάβουν τις απαντήσεις που ζητούσαν. Τελικά προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά της κοινής υπουργικής απόφασης που καθορίζει τις Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) για την αδειοδότηση data centers χαμηλότερης ισχύος χωρίς προηγούμενη εκπόνηση πλήρους ΜΠΕ. Στην προσφυγή τους υποστηρίζουν ότι δεν έχει ληφθεί επαρκώς υπόψη η συνολική επιβάρυνση της περιοχής από τις υφιστάμενες και τις σχεδιαζόμενες εγκαταστάσεις.

Ανάλογα ερωτήματα έχουν τεθεί και στα Ιωάννινα. Στη Βιομηχανική Περιοχή σχεδιάζονται δύο data centers, της Team Fortress, ισχύος 10 MW, και της Cloudcore, ισχύος 19,5 MW. Και τα δύο έργα αδειοδοτήθηκαν με Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ), καθώς βρίσκονται κάτω από το όριο των 20 MW. Κάτοικοι έχουν ζητήσει από την Περιφερειακή Αρχή στοιχεία σχετικά με τις ενεργειακές και υδατικές ανάγκες των εγκαταστάσεων, αλλά και με τις πιθανές σωρευτικές επιπτώσεις τους στις υποδομές της περιοχής. Αθροιστικά, η ισχύς των δύο εγκαταστάσεων φτάνει τα 29,5 MW.

Το ερώτημα που τίθεται, επομένως, δεν αφορά μόνο το αν κάθε επιμέρους έργο πληροί τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις αδειοδότησης. Αφορά και το αν το υφιστάμενο πλαίσιο μπορεί να αποτυπώσει την πραγματική κλίμακα μιας ταχέως αναπτυσσόμενης δραστηριότητας όταν πολλές εγκαταστάσεις συγκεντρώνονται στην ίδια περιοχή.

«Θα πρέπει η πολιτεία να έρθει με μελέτες οι οποίες θα είναι πιο αναλυτικές και μετά να ακολουθήσει η αδειοδότηση», λέει ο Η. Γρατσίας. «Οποιαδήποτε αδειοδότηση να έχει λάβει υπόψη όλες τις παραμέτρους, περιβαλλοντικές και χωροταξικές».

Στην περίπτωση των Σπάτων, το ζήτημα της διαφάνειας δεν περιορίζεται στις εκτιμήσεις των κατοίκων. Αφορά και την ίδια τη διαδικασία διαβούλευσης. Στον φάκελο αδειοδότησης του data center της Microsoft (ΑΤΗ04), το σχετικό ΦΕΚ αναφέρει ότι, κατά τη διαδικασία διαβούλευσης με το ενδιαφερόμενο κοινό, «δεν διαβιβάστηκαν […] απόψεις του κοινού».

Η διαπίστωση αυτή αφήνει ανοιχτό ένα τελευταίο, αλλά κρίσιμο ερώτημα: στις  περιοχές που μετατρέπονται σε κόμβους data centers, πότε και με ποιον τρόπο έχουν τη δυνατότητα οι άνθρωποι που ζουν δίπλα στις εγκαταστάσεις να γνωρίζουν τι σχεδιάζεται και να συμμετέχουν στη συζήτηση πριν ληφθούν οι τελικές αποφάσεις;

More to read

Στήριξε την ανεξάρτητη δημοσιογραφία!

Για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε να ελέγχουμε την εξουσία και να ασκούμε πίεση, χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας.